Σε διαρκή επιφυλακή παραμένουν οι κτηνιατρικές αρχές στην Ηλεία, καθώς η ευλογιά των αιγοπροβάτων συνεχίζει να καταγράφει νέα κρούσματα, διατηρώντας υψηλό τον βαθμό ανησυχίας στον κτηνοτροφικό κόσμο της περιοχής.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στο διάστημα από 6 έως 19 Απριλίου 2026 εντοπίστηκαν συνολικά πέντε νέα κρούσματα στη χώρα, εκ των οποίων τα τρία καταγράφηκαν στην Ηλεία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση νέων περιστατικών σε περιφερειακό επίπεδο το συγκεκριμένο διάστημα, γεγονός που επαναφέρει την περιοχή στο επίκεντρο της επιζωοτίας.
Τα κρούσματα στην Ηλεία εντοπίστηκαν αρχικά στις 8 Απριλίου και επανεμφανίστηκαν στις 16 Απριλίου, επιβεβαιώνοντας ότι η νόσος εξακολουθεί να κυκλοφορεί ενεργά, παρά τα περιοριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Η εξέλιξη αυτή εντείνει την πίεση στους τοπικούς κτηνοτρόφους, οι οποίοι καλούνται να εφαρμόζουν με αυστηρότητα τα μέτρα βιοασφάλειας, υπό τον φόβο νέων απωλειών ζωικού κεφαλαίου.
Σε εθνικό επίπεδο, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Από τον Αύγουστο του 2024 έως τις 19 Απριλίου 2026 έχουν επιβεβαιωθεί 2.152 κρούσματα, με τις πληγείσες εκτροφές να φτάνουν τις 2.660 και τις θανατώσεις ζώων να αγγίζουν τις 486.666. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης, αλλά και το οικονομικό πλήγμα για τον πρωτογενή τομέα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ελέγχους και την τήρηση των περιορισμών. Σε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες χιλιάδες έλεγχοι σε όλη τη χώρα, με δεκάδες παραβάσεις και συλλήψεις. Μόνο το τελευταίο δίμηνο (Φεβρουάριος – Απρίλιος 2026) διενεργήθηκαν πάνω από 43.000 έλεγχοι, στοιχείο που δείχνει την ένταση της επιτήρησης.
Για την Ηλεία, η κατάσταση απαιτεί αυξημένη εγρήγορση. Οι αρμόδιες υπηρεσίες εστιάζουν στην αποτροπή μετακινήσεων ζώων χωρίς έλεγχο, στην άμεση αναγγελία ύποπτων περιστατικών και στη συνεχή επιτήρηση των εκτροφών. Η συνεργασία των κτηνοτρόφων με τις αρχές θεωρείται καθοριστική για τον περιορισμό της διασποράς.
Το Υπουργείο επαναλαμβάνει ότι η αυστηρή εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας αποτελεί τη βασική γραμμή άμυνας απέναντι στη νόσο.









