Η αντίστροφη μέτρηση για τη νέα προκήρυξη που αφορά τα σχέδια βελτίωσης στην Πελοπόννησο έχει ξεκινήσει, με μελετητές και παραγωγούς να μελετούν ήδη τους όρους, καθώς το ενδιαφέρον παραμένει υψηλό και οι ανάγκες του πρωτογενούς τομέα πιέζουν για στοχευμένες επενδύσεις. Η εικόνα της προηγούμενης πρόσκλησης δείχνει καθαρά τις ανισότητες στη συμμετοχή ανά περιφερειακή ενότητα, αλλά και τις κατευθύνσεις των επενδύσεων που τελικά «πέρασαν» μέσα από το σύστημα βαθμολόγησης.
Στην προηγούμενη προκήρυξη, η Μεσσηνία κατέγραψε τη μεγαλύτερη συμμετοχή, με 584 συμμετοχές, επιβεβαιώνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στον αγροτικό χάρτη της Περιφέρειας. Ακολούθησε η Λακωνία με 78 αιτήσεις, όπου το ενδιαφέρον στράφηκε κυρίως σε ελαιοκομικές επενδύσεις, ενώ τρίτη ήταν η Κορινθία με 67 αιτήσεις, με έμφαση σε αμπελοκαλλιέργειες και σχετικές υποδομές. Η Αρκαδία είχε 23 συμμετοχές, αριθμό χαμηλότερο σε σύγκριση με τους παραλιακούς νομούς, ενώ η Αργολίδα βρέθηκε στην τελευταία θέση με μόλις 19 συμμετοχές, τη μικρότερη στην Περιφέρεια.
Στην Τριφυλία, ο τέως προϊστάμενος της ΔΑΟΚ, Αντώνης Παρασκευόπουλος, που διαχειρίστηκε την προηγούμενη προκήρυξη, υποστήριξε ότι η εφαρμογή εξελίχθηκε ομαλά και απέδωσε μετρήσιμα αποτελέσματα. Όπως ανέφερε, υλοποιήθηκαν 54 επενδύσεις συνολικού ύψους 5,3 εκατ. ευρώ, με δημόσια δαπάνη 3 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων αφορούσε νέα θερμοκήπια και νέες τεχνολογίες, με έμφαση στην καινοτομία και κυρίως σε μηχανήματα συλλογής ελαιοκάρπου.
Ο κ. Παρασκευόπουλος εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη νέα πρόσκληση, σημειώνοντας ότι με σωστή πληροφόρηση και συνεργασία των παραγωγών με τους συμβούλους τους μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η εικόνα δεν ήταν ίδια σε όλη την Πελοπόννησο, παρότι έγιναν, όπως είπε, σημαντικά βήματα, εκτιμώντας ότι με 270 εκατ. ευρώ θα μπορούσαν να καλυφθούν όλες οι ανάγκες. Όπως πρόσθεσε, στη νέα προκήρυξη θα πρέπει να συγκεντρωθούν τα προβλήματα που εντοπίστηκαν και να γίνουν αναθεωρήσεις όπου απαιτείται.
Στον αντίποδα, η Αργολίδα, που εμφάνισε τη χαμηλότερη συμμετοχή, αναδεικνύει τις ενστάσεις που διατυπώνονται για το πώς λειτουργεί το σύστημα επιλογής. Ο μελετητής Δημήτρης Βασιλόπουλος, γεωπόνος – γεωργικός μηχανικός MSc Γ.Π.Α., απέδωσε τον μικρό αριθμό προτάσεων στο γεγονός ότι η βαθμολογία ευνοούσε θερμοκήπια και οινοποιήσιμες περιοχές και όχι την πορτοκαλοκαλλιέργεια, ζητώντας μεγαλύτερη ισορροπία στις εγκρίσεις. Παράλληλα, ανέφερε ότι στη νέα προκήρυξη δεν θα γίνεται κατάθεση προτάσεων από θερμοκήπια, με στόχο να μειωθεί η πίεση στον προϋπολογισμό της Περιφέρειας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι προτάσεις για παρελκόμενα θα έχουν προτεραιότητα σε παραγωγούς που ανανεώνουν τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους, προσθέτοντας ότι στόχος είναι οι επενδύσεις να συνδέονται με την παραγωγή προσόντων και όχι να περιορίζονται μόνο στην αγορά τρακτέρ. Χαρακτήρισε την κατεύθυνση της προκήρυξης σωστή, ωστόσο στάθηκε σε συγκεκριμένη ένσταση, κάνοντας αναφορά στο άρθρο 4.5.5, το οποίο αποκλείει γεωργικές εκμεταλλεύσεις των οποίων οι κάτοχοι δεν ολοκλήρωσαν επενδυτικά σχέδια των προσκλήσεων του 2017 και του 2021. Όπως είπε, η ποινή είναι αυστηρή και ενδεχομένως χρειάζεται διαφορετική οπτική.
Στο ίδιο περιφερειακό πλαίσιο, η Ένωση Βιοκαλλιεργητών Αργολίδας απέκτησε νέα διοίκηση, μετά την παραίτηση του προέδρου Κώστα Κωτσιόπουλου. Στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου εξελέγησαν οι Ηλίας Μαυριάς, Χρήστος Λαμπρόπουλος, Κώστας Διολίτσης, Φαίη Σιωτάκη, Γιάννης Ζαφειράκος, Χριστίνα Τσεκούρα και Ευάγγελος Τάμπασης, ενώ τις επόμενες ημέρες αναμένεται να συγκροτηθούν σε σώμα.
Η Δήμητρα Τσακίρη, μέλος της εξελεγκτικής επιτροπής, περιέγραψε μια εικόνα στασιμότητας στη βιοκαλλιέργεια στην Αργολίδα, σημειώνοντας ότι δεν καταγράφεται αύξηση παραγωγών ούτε πιστοποιούνται νέοι, ώστε να υπάρχει αισιοδοξία. Όπως ανέφερε, θετικό στοιχείο είναι ότι στη βιοκαλλιέργεια συμμετέχουν νεότερες ηλικίες, ιδιαίτερα συνειδητοποιημένες. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι η διαμόρφωση των τιμών και η μείωσή τους σε σχέση με τα συμβατικά προϊόντα έχουν περιορίσει το ενδιαφέρον, καθώς η διαφορά είναι πλέον μικρή και δεν δικαιώνει, όπως είπε, ούτε την προσπάθεια ούτε τα χρήματα που απαιτούνται για την ποιότητα. Αναφερόμενη στα είδη που καλλιεργούνται, σημείωσε ότι οι περισσότεροι στρέφονται στα κηπευτικά, τα οποία εκτίμησε ότι θα έχουν μέλλον λόγω της αυξημένης ζήτησης, κάτι που, όπως πρόσθεσε, συνδέεται εν μέρει και με την έλλειψη εργατικών χεριών για τη συγκομιδή.
Πηγή: Gargalianoionline.gr









