Περιβάλλον

Πως η γεωργία και η κτηνοτροφία μπορούν να αντιμετωπίσουν το θερμικό στρες

Πως η γεωργία και η κτηνοτροφία μπορούν να αντιμετωπίσουν το θερμικό στρες Φωτογραφία: EUROKINISSI / ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ\
Οι υψηλές θερμοκρασίες απειλούν καλλιέργειες και κτηνοτροφία
Διαφημιστείτε στο Gaia365.gr
Διαφημιστείτε στο Gaia365.gr

Η Ελλάδα στρέφεται σε ανθεκτικές ποικιλίες, εξοικονόμηση νερού και νέες πρακτικές παραγωγής.

Σε μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της ελληνικής γεωργίας εξελίσσονται οι παρατεταμένοι καύσωνες. Η αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ακραίων θερμοκρασιών δεν αποτελεί πλέον ένα περιστασιακό φαινόμενο, αλλά μια νέα πραγματικότητα που επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα, το κόστος λειτουργίας των εκμεταλλεύσεων και την επισιτιστική ασφάλεια.

Μόνο τον Ιούλιο του 2026, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες οι θερμοκρασίες κινήθηκαν από 5 έως και 12 βαθμούς Κελσίου πάνω από τον εποχικό μέσο όρο, προκαλώντας προβλήματα στην αγροτική παραγωγή και ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Παράλληλα, οι απώλειες καλλιεργειών από ξηρασία και καύσωνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τριπλασιαστεί κατά τα τελευταία 50 χρόνια.

Για την Ελλάδα, όπου η γεωργική παραγωγή είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις μεσογειακές κλιματικές συνθήκες, ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος. Οι καύσωνες συμπίπτουν συχνά με κρίσιμα στάδια ανάπτυξης των φυτών, όπως η άνθηση, η καρπόδεση και η ωρίμανση. Η υψηλή θερμοκρασία μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα των φυτών, να προκαλέσει πρόωρη ωρίμανση των σιτηρών και να αυξήσει κατακόρυφα τις ανάγκες άρδευσης.

Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι δενδρώδεις καλλιέργειες, τα αμπέλια, τα κηπευτικά, το βαμβάκι και ο αραβόσιτος. Σε περιοχές με περιορισμένους υδάτινους πόρους, η προσπάθεια διατήρησης της παραγωγής μέσω αυξημένης άρδευσης ενδέχεται να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την πίεση στα αποθέματα νερού. Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα δεν είναι απλώς η παροχή περισσότερου νερού, αλλά η αποδοτικότερη και ορθολογικότερη διαχείρισή του.

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι παραγωγοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολυλειτουργικά δίχτυα σκίασης, εφαρμογές καολίνη στα φύλλα, ειδικά καλύμματα, καθώς και προσαρμοσμένες τεχνικές κλαδέματος. Παράλληλα, απαιτείται επέκταση των συστημάτων άρδευσης ακριβείας, ώστε το νερό να χορηγείται στις αναγκαίες ποσότητες και στις κατάλληλες χρονικές στιγμές.

Η ελληνική στρατηγική, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί σε έκτακτα μέτρα. Απαιτούνται επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης νερού, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων, έργα φυσικής συγκράτησης των βροχοπτώσεων και καλύτερος συντονισμός της διαχείρισης σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Η ενίσχυση της οργανικής ουσίας του εδάφους, η μόνιμη εδαφοκάλυψη και η μειωμένη άροση μπορούν επίσης να αυξήσουν την ικανότητα συγκράτησης υγρασίας και να περιορίσουν τις απώλειες από την εξάτμιση.

Κομβικής σημασίας θεωρείται και η σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Το ελληνικό οικολογικό πρόγραμμα για τη χρήση ανθεκτικών και προσαρμοσμένων ειδών και ποικιλιών προωθεί καλλιέργειες που ανταποκρίνονται καλύτερα στις θερμές και ξηρές συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, ενθαρρύνεται η αντικατάσταση υδροβόρων καλλιεργειών, όπως ο αραβόσιτος, η μηδική και το βαμβάκι, από χειμερινά δημητριακά και ψυχανθή, όπου αυτό είναι γεωπονικά και οικονομικά εφικτό.

Οι συγκεκριμένες καλλιέργειες, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται τοπικές και παραδοσιακές ποικιλίες, είναι περισσότερο προσαρμοσμένες στο μεσογειακό περιβάλλον, βασίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στις βροχοπτώσεις και απαιτούν λιγότερο νερό και λιγότερες εισροές. Παράλληλα, στηρίζεται η εισαγωγή καινοτόμων και ανθεκτικών καλλιεργειών, όπως τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά.

Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις και στην ελληνική κτηνοτροφία. Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την πρόσληψη ζωοτροφών, περιορίζουν την παραγωγικότητα, αυξάνουν την κατανάλωση νερού και μεταβάλλουν τις ώρες βόσκησης. Σε ακραίες συνθήκες μπορούν να αυξήσουν ακόμη και τη θνησιμότητα των ζώων.

Η συνεχής πρόσβαση σε καθαρό και δροσερό νερό, η δημιουργία φυσικής ή τεχνητής σκιάς, η μεταφορά της σίτισης στις ψυχρότερες ώρες και η μείωση της πυκνότητας σταβλισμού αποτελούν βασικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, απαιτούνται σταβλικές εγκαταστάσεις με καλύτερη μόνωση και εξαερισμό, συστήματα ψύξης και αισθητήρες που θα παρακολουθούν τη θερμοκρασία, την υγρασία και τη συμπεριφορά των ζώων.

Στην Ουγγαρία εφαρμόζονται μέτρα για χαμηλότερες πυκνότητες εκτροφής και βελτιωμένη παρακολούθηση των γαλακτοπαραγωγών βοοειδών, ενώ στην Κύπρο δίνεται έμφαση στον εξαερισμό, στην επάρκεια νερού και στην ηλεκτρονική παρακολούθηση των συνθηκών ευζωίας. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η προσαρμογή μπορεί να ενσωματωθεί στα εθνικά στρατηγικά σχέδια της ΚΑΠ.

Για την Ελλάδα, η αντιμετώπιση των καυσώνων απαιτεί συνδυασμό γεωργικής γνώσης, τεχνολογίας, χρηματοδότησης και δημόσιων υποδομών. Πολλά μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα από τους ίδιους τους παραγωγούς. Οι μεγαλύτερες αλλαγές, όμως, χρειάζονται τεχνική υποστήριξη και ουσιαστική χρηματοδότηση μέσω της ΚΑΠ και των εθνικών προγραμμάτων.

Η προσαρμογή δεν αποτελεί πλέον επιλογή για τον ελληνικό αγροτικό τομέα. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για να συνεχίσει η χώρα να παράγει τρόφιμα, να προστατεύει το αγροτικό εισόδημα και να διατηρεί ζωντανές τις εκμεταλλεύσεις της σε ένα περιβάλλον που γίνεται σταθερά θερμότερο και πιο απρόβλεπτο.

Πηγή: etheas.gr

Ακολουθήστε το ilialive.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις Ειδήσεις