Μετά από δύο χρόνια έντονων διακυμάνσεων στην παραγωγή και ιστορικά υψηλών τιμών για το ελαιόλαδο, η διεθνής αγορά φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα περίοδο εξισορρόπησης. Τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC) δείχνουν ότι η παγκόσμια ζήτηση παραμένει ισχυρή, οι εισαγωγές αυξάνονται στις περισσότερες μεγάλες αγορές και οι τιμές αρχίζουν να αποκλιμακώνονται, χωρίς όμως να επιστρέφουν στα επίπεδα πριν από την κρίση.
Για τις ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, οι εξελίξεις δημιουργούν νέες ευκαιρίες αλλά και σημαντικές προκλήσεις. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα αβεβαιότητας για τον μεσογειακό ελαιοκομικό τομέα, καθώς οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να ανατρέψουν εκ νέου την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.
Κατά το πρώτο εξάμηνο της εμπορικής περιόδου 2025/26 (Οκτώβριος 2025 – Μάρτιος 2026), οι εισαγωγές στις βασικές αγορές αυξήθηκαν κατά 4,3%
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του IOC επιβεβαιώνεται ότι το διεθνές εμπόριο ελαιολάδου συνεχίζει να αναπτύσσεται. Κατά το πρώτο εξάμηνο της εμπορικής περιόδου 2025/26 (Οκτώβριος 2025 – Μάρτιος 2026), οι εισαγωγές στις βασικές αγορές αυξήθηκαν κατά 4,3% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης περιόδου.
Οι περισσότερες αγορές κατέγραψαν υψηλότερους όγκους εισαγωγών, με εξαίρεση τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που εμφάνισαν υποχώρηση των εισαγωγών.
Η περίπτωση της Βραζιλίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Βραζιλίας, η οποία εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους εισαγωγείς παγκοσμίως. Παρότι οι συνολικές εισαγωγές της χώρας το 2024/25 μειώθηκαν οριακά κατά 0,5%, στους πρώτους έξι μήνες της νέας εμπορικής περιόδου αυξήθηκαν εντυπωσιακά κατά 40,5%, επιβεβαιώνοντας τη μακροπρόθεσμη ανοδική πορεία της αγοράς.
Έτσι, η Βραζιλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αγορών που διαμορφώνουν τη νέα γεωγραφία του παγκόσμιου εμπορίου ελαιολάδου. Με μέση κατανάλωση περίπου 0,4 κιλά ανά κάτοικο, εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τις μεσογειακές χώρες, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η χώρα αντιπροσωπεύει περίπου το 9% των παγκόσμιων εισαγωγών ελαιολάδου και πάνω από το 3% της παγκόσμιας κατανάλωσης, επιβεβαιώνοντας πως η διεύρυνση της αγοράς πλέον προέρχεται κυρίως από χώρες εκτός της παραδοσιακής μεσογειακής ζώνης.
Οι τιμές αποκλιμακώνονται αλλά παραμένουν υψηλές
Ένα ακόμη βασικό συμπέρασμα αφορά την πορεία των τιμών παραγωγού.
Στην ισπανική επαρχία Χαέν, τη μεγαλύτερη παραγωγική περιοχή ελαιολάδου στον κόσμο, η τιμή του έξτρα παρθένου ελαιολάδου διαμορφώθηκε στα 378,5 ευρώ ανά 100 κιλά στα μέσα Ιουνίου, παραμένοντας 7,5% υψηλότερη σε σχέση με την αντίστοιχη εβδομάδα της προηγούμενης περιόδου.
Στην ιταλική Μπάρι, αντίθετα, οι τιμές υποχώρησαν σημαντικά, φτάνοντας τα 565 ευρώ ανά 100 κιλά, δηλαδή περίπου 42% χαμηλότερα από τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα που είχαν καταγραφεί έναν χρόνο πριν.
Αυξημένη ζήτηση και στις επιτραπέζιες ελιές
Θετική είναι η εικόνα και για τις επιτραπέζιες ελιές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του IOC, οι εισαγωγές στις βασικές αγορές αυξήθηκαν κατά 5,6% κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2025 – Μαρτίου 2026.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει συνολικά τον ελαιοκομικό τομέα και δημιουργεί πρόσθετες προοπτικές για εξαγωγικές χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές επιτραπέζιας ελιάς.
Πηγή: ot.gr











